Ποιήματα

Εκτύπωση
PDF

 


Νίκος Δόικος - ποιήματα


Σπαράγματα από την ποιητική συλλογή του Νίκου Δόικου "ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ΝΟΕΜΒΡΗ"

Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 2010.

 

Ποιήματα απο την δεύτερη ποιητική συλλογή του Νίκου Δόικου

"ΑΠΟΔΕΙΠΝΟ ΓΙΑ PIGS"

(Εκδόσεις Των Φίλων, Αθήνα, 2013)

 


ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ

 

Πρώτος Δρόμος: δείξαν αριστερά
τις σκάλες Ποτέμκιν, διακόσια
σκαλοπάτια να κατρακυλήσει
το καροτσάκι της Πρωτοπορίας,
το ξαπλωμένο πέτρινο λιοντάρι να βρυχάται,
η ομίχλη να σκεπάζει τις αστραπές
πέρα στους κήπους με τα χάλκινα
συμπλέγματα των εργατών και τα σίδερα,
εκεί που θάψαμε την δακρυδόχο
πατώντας την στριφτά στο κοκκινόχωμα.

Δεύτερος Δρόμος: φάνηκε αριστερά,
προς το βασίλειο της γενιάς του Αρνούλφου,
Ναΐτες  τραπεζίτες να κονταρομαχούν
με την Ηγεμονία,
δίπλα, στου Πάδου τα λιβάδια,
οι προτομές του Όλμο και του Αλφρέντο,
κεί που ξεχάσαμε τ΄αμπέχονο
με τα παράνομα ραμμένα στη φόδρα.

Τρίτος Δρόμος: αριστερά παρακαμπτήριος
και δεξιά μεθοδικά,
φαβιανές πινακίδες να ρυθμίζουν
την κυκλοφορία και τις αναδιανομές,
στις αυλές των Οίκων Αξιολόγησης,
αντί προτομών, προβολές εικονικής πραγματικότητας
των Διαχειριστών της Χρονιάς,
εκεί που, ώριμοι επιτέλους και νηφάλιοι,
κερδίσαμε κουπόνι μετοχής
σε κλήρωση γι' απόδραση λιγόλεπτη
στην φοινικόνησο του εμιράτου.

Δρόμοι που χαράξαν οι θεοί
γεωγλυφικά της Νάζκα
στρωμένοι πλατανόφυλλα μανιφέστα,
χρώμα οκτωβριανής οξείδωσης,
τρείς τέσσερες χρυσές ανταύγειες,
εδώ κι εκεί.

Κάποτε συμφωνήσαμε
να λιώσουμε το μέταλλο των κανονιοφόρων
και να στήσουμε στηθαία στέρεα,
σε δρόμους δικούς μας ανάριθμους,
ευρύχωρους για των πολλών τις ιδιοτροπίες,
η χάραξη καταδική μας,
κι άς είναι καταδίκη μας,
κι οι στροφές ανοιχτές
σαν τις αγκαλιές μας.

 

 

ΑΝΤΙΔΩΡΑ ή TLTTCFT

 

Κάθε κύμα και συγγνώμη.
Πόση θάλασσα σχωρνάει
μια γενιά χαμένους χρόνους.

Κάθε κύμα και φιλί.
Θα σου χαρίσω
ολάκερο το Αιγαίο.

Κάθε πνοή και οφειλή μου.
Πόσοι αγέρηδες ξοφλάνε
τις αγύριστες χαρές μας.

Κάθε πνοή και χάδι.
Θα σου χαρίσω όλους τους νοτιάδες,
από Σίβα κι 'Αλεξάνδρεια
να σε βρίσκουν
και να σε μεθούν
με την εκλεπτυσμένη θαλπωρή τους.

 


ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ΝΟΕΜΒΡΗ

 

Ανήμερα Σαμωνά, Γουρία και Αβίβου,
βρεθήκαμε βορειοδυτικά του Φθινοπώρου,
τάχα σοφότεροι από τις αστοχίες,
τύχη ανύποπτοι των ναρκοθετημένων οριζόντων,
πάντως ταμένοι στις ορέξεις του Μαΐστρου.

Γενιά της βροχής, από γένος μη-νοήματος
κεράκια σχεδόν τελειωμένα, οι φλόγες
να τρεμοπαίζουν, λίγο πριν σβήσουν οριστικά,
φλερτάροντας την τέφρα της παλιάς επαγγελίας,
που τα κρατάει στα μανουάλιατάματα ανδρών επιφανών.

Δε χάσαμε ποτέ την ευκαιρία να ξανοιχτούμε
σε κάθε ανέμου το ξελόγιασμα,
σε κάθε στάλα ν' απολαύσουμε
τους ακριβούς χυμούς της Ανατολικής εμπειρίας,
να μετρηθούμε με την ευθύνη της Δυτικής μαρτυρίας,
υπό την επιτήρηση του Consistorium,
όταν επέβαλε Μνημόνιο Ανάταξης Αιδούς
και Κατοχύρωσης Μισθωτικών Δικαιωμάτων
σε κρυογονικές λειψανοθήκες.

Γενιά πρόθυμη να ενδώσει στο αδάμαστο χάος
των βραχονησίδων του Νότου,
με τις αμύρωτες, αμυσταγώγητες παρθένες
να καραδοκούν σε πρόναους ιερατείων,
τάχα μεστοί βιωμάτων,
τύχη μεστοί αινιγμάτων
ακατάληπτων και αμάντευτων ακόμα,
πάντως δέσμιοι μιας νοσταλγίας Νοτιοανατολικής,
για κεί που μετά τον δεκάχρονο πόλεμο,
ορθώσαμε στην Έγκωμη, στις εκβολές του Πεδιαίου,
τείχη κυκλώπεια, ισχυρά, ισοδομημένα
με αργυρόχρωους ογκόλιθους ασβεστολιθικούς,
να προστατεύουν τους έμπορους χαλκού και το έχει μας.

Κι όσο προσμένουμε ο Μαΐστρος κατά κεί να μας φυσήξει,
κάτι σχέδια αναντίλεκταενδιάμεσες συμφωνίες
στις μπουκαπόρτες κάτι αποκλεισμοί
και τραύματα στα ίσαλα απροσδόκητα
τον νόστο του Φθινόπωρου αναβάλλουν
και μας καταχωρούν σε λίστες προσμονής μακρόσυρτες,
αγκυρωμένους στον προθάλαμο, όπως πάντα,
εκεί που νέες αφετηρίες τάζουνε
προορισμούς ελκυστικούς στους επιγόνους,
κεί που ο Νοέμβρης τό 'χει αντέτι να γυρεύει
νωπές γενιές να δώσει τ' όνομά του
χρίσμα και σφραγίδα,
να αποκαλύψει μυστικά περάσματα,
καινούργιες,
εναλλακτικές ρωγμές στα μάρμαρα.

 


ΜΙΑΣ ΑΝΑΣΑΣ ΤΑΞΙΔΙ

 

Χρόνια λησμονημένα,
χαραγμένα στο κατάρτι για υπενθύμιση,
ο δύσμοιρος,
ξεχασμένος στις θάλασσες,
απάνεμο λιμάνι,
προορισμόν οριστικόν αναζητούσα,
στην αλληλουχία των αστερισμών
και στα εφήμερα λιμανάκια του κόσμου.

Κι αυτό ήταν πάντα πλάι μου.
Μα τόσα χρόνια πλάι μου.
Στου τύμβου τα ριζά και στην σκιά
του βησαλόδετου επταπύργιου.
Κατά τα μέρη της φωτιάς και των σκιών.

Τόσο κοντά. Τόσο μακριά.
Μιας ανάσας ταξίδι.

 


Ο ΚΟΛΠΟΣ ΤΟΥ ΚΟΜΗΤΗ

 

Συγκεντρώθηκαν όλοι στην Μεσογαία
για την συμφωνημένη, με φρυκτωρίες, σπονδή.

Συϊόνες, με κράνη δικέρατα, σπαθιά σιδερένια
και ξύλινες στρογγυλές ασπίδες,
όλο χάλκινα ελάσματα και ομφαλούς,
οδηγώντας πυκνόμαλλα θηλαστικά.

Δρυΐδες από γένη κελτικά,
σοφοί και καλλίφωνοι,
κομίζοντας ριζοφόρα δενδρύλλια
και ποιήματα σκαλισμένα σε πόρτες αργυροκασσίτερου.

Σκύθες ιπποτοξότες, με σκούφους μυτερούς,
ασπίδες ημισεληνόσχημες από λυγαριά και δέρμα,
πρόθυμα κουβαλώντας κάνιστρα κάνναβης.

Σαλαγασσοί και Τυρρηνοί, λαοί της θάλασσας,
πολύχρωμες οι ασπίδες, χιτώνες κυανόλευκοι,
χρυσόχρωμα τα κρόσσια να ποδογυρίζουν,
κρατώντας προσεκτικά,
απλωμένα στις κερκίδες,
φύκια πολύτιμα δυναμωτικά.

Νούβιοι μισθοφόροι μεγαλοπρεπείς,
συνοδεύοντας γαζέλες λυγερόκορμες
που χοροπηδούσαν γύρω τους με χάρη.

Βουσμάνοι του λαού των Σάν
καλάθια ζαλωμένοι καλαμένια,
γεμάτα τανταλίτη
των παρόχθιων του Ζαμβέζη ορυχείων.

Κουράκα ευγενείς από το Κούσκο,
φορώντας σκούφους με παρωτίδες χρυσοκέντητες,
ολόχρυσα περικάρπια καταλάμποντα
-ήλιοι φορητοί,
φυλαχτά και υπομνήσεις-φέροντας
με τους δείκτες περασμένους σε κρικέλια μπρούντζινα,
ζυγαριές ισοσκελείς κι ένα μολύβδινο αλφάδι.

Ιερείς του Πετέν, με καλύπτρες φτερωτές, περίτεχνες,
ο πρώτος ρυθμικά παίζοντας τύμπανο
από όστρακο χελώνας σκαλιστό και γυαλισμένο,
ο δεύτερος ριπίζοντας βεντάλια από φτερά κουεψάλ
κι ο τρίτος, ο μικρότερος, ο πιο ηλιοκαμένος,
στον ώμο καμαρώνοντας σφιχτόπλεκτο ταγάρι κρεμαστό,
γιομάτο αλάτι πεντακάθαρο από το Γιουκατάν.

Αβορίγινες στιγματισμένοι ωχροκόκκινης μοίρας
— ελεύθερες γραμμώσεις σαν χαρακιές άνυδρης γης —
βαστάζοντας πήλινους κύλικες μεστούς πολύχρωμες κονίες,
καλές για χρώματα ζωγραφικής και γιατροσόφια.

Λύκιοι μισθοφόροι κραδαίνοντας αμφίλοχα ακόντια
και περίεργες, αστραφτερές σμίλες και σφύρες,
μαχητές μαζί και μαϊστορες ορθίων λαξευμένων τάφων.

Ινδοί πεζοτοξότες ζωσμένοι παλίντονα τόξα,
περασμένα διαγωνίως απ' τους ώμους ως τα ισχία,
ευθυγραμμίζοντας με βουκέντρες φιλντισένιες
βόες καλοθρεμμένους.

Πολέμαρχοι του Λουνγκ Σαν ντυμένοι στο μετάξι,
άγριοι χρυσοκέντητοι δράκοι ν' ανεμίζουν
κι οι μούλοι φορτωμένοι μελανόμορφα αγγεία,
σειρές μικροτεχνήματα κι άσωστες εφευρέσεις.

Πρέσβεις των βασιλιάδων της Σριβιτζάγια,
θαλασσοπόροι του ανατολικού αρχιπελάγους,
ισορροπώντας στον ώμο τον δεξί ξυλόγλυπτους
αμφορείς, που ξεχείλιζαν καμφορά και ρητίνες.

Σουμέριοι γέροντες, ιερείς-αστρονόμοι
παραμάσχαλα αγκαλιάζοντας, προσεκτικά,
αστερισμών σκαριφήματα
και μαθηματικά θεωρήματα,
σύμβολα σφηνοειδή εξηκονταδικού συστήματος,
εγχάρακτα σε πλάκες χονδροκόκκινου πηλού,
που μοσχοβολούσαν ισορροπία και ήθος αιώνων.

Λαγέτες και Τελεστές
από την Πρόσυμνα και την Εύτρηση,
αχθοφορώντας λιθόγλυπτες κύμβες θαυμάσιες,
γεμάτες θεσμίσεις και κλώνους ελιάς.

Και τα δώρα τοποθετήθηκαν όλα με τάξη στον πρόδομο.
Στην θέση του, στην ρίζα του βωμού την ανατολική,
το χάλκινο ευρύστομο σφαγείον, τα σφάγια στη σειρά.
Και είδαν όλοι και συμφώνησαν
πόσον ο Κόλπος του Κομήτη
— η ευλογία της Μεσογαίας —
ήταν ήρεμος και κρυστάλλινος,
πως δεν του έπρεπε θυσία, πως αρκούσε η σπονδή,
και παρά τις ετερότητες και τις γλώσσες με τα πολλά σύμφωνα,
τραγούδησαν μαζί και χόρεψαν σε κύκλους ομόκεντρους,
και το αμφιθέατρο των ζώων και των φυτών
αντηχούσε ιαχές χαράς και θρόους αρμονίας.

Και κράτησαν οι αιώνες
ως τα χρόνια της Έπαρσης,
ώσπου, καθώς μου λεν οι μεσοκράτορες,
ξαναμαζεύτηκαν στην Μεσογαία
για την διαδικτυακώς συμφωνημένη αυτοψία.

Πρέσβεις ενεργειακών αγκυλώσεων.
Τεχνοκράτες υποθαλάσσιων υποσχέσεων,
με βαθυσκάφη και συστήματα ακριβούς καταγραφής
συντεταγμένων ακριβών κοιτασμάτων.

Υπερμονοπώλια παραγωγής λογισμικού
βουτηγμένα ως το λαιμό στη φιλανθρωπία.

Μόδιστροι συντηρητές πολύχρωμων προσχημάτων.

Ιδιοκτήτες συμπαντικής αλυσίδας ταχυφαγείων,
φέροντας δίσκους επάργυρους κατάφορτους εδέσματα
μαγειρεμένα σε χρόνους μελλοντικούς.

Συντάγματα οικονόμων τεχνητής νοημοσύνης.

Βιομήχανοι Εναλλακτικής Υγείας φορτωμένοι
ελιξίρια σκευάσματα και νευρομορφικούς εγκεφάλους
παντός καιρού
φυλαγμένους σε ψηφιακές θερμοκοιτίδες.

Αόρατοι-stealth κατασκευαστικοί κολοσσοί,
εξειδικευμένοι στις από αέρος κατεδαφίσεις,
στις άμεσες ανακατασκευές και ανασυγκροτήσεις.

Και τα δώρα τοποθετήθηκαν όλα με τάξη στον πρόδομο.
Στην ρίζα του βωμού την ανατολική,
αντί του χάλκινου ευρύστομου σφαγείου,
ένας ευρύστομος χαλύβδινος αγωγός
ξερνάει αίμα.
Ο Κόλπος του Κομήτη αναστενάζει.
Ανοιχτή καρωτίδα,
αιμορραγία ακατάσχετη.
Αίμα πηχτό ασφαλτώνει τις αμμουδιές.
Ρόγχος επιθανάτιος της Έπαρσης.

Και το αμφιθέατρο των φυτών και των ζώων
εσίγησε.
Μονάχα οι ακακίες σιγοτραγουδούν ακόμα,
αργόσυρτα και ρυθμικά:
τα λίγα τρέφουν τα όνειρα
κι η σπάνη τις χαρές.

 

ΑΕΙΦΟΡΟΣ ΑΝΑΠΛΑΣΗ

 

Έγινες ένα
με την λευκή οξυκόρυφη
οπαλίνα των Πιερίων
ψιμυθιά
στων αλκυονίδων
το φωσφορικό γαλάζιο,
φυλαχτό
στην αγκαλιά του Κόλπου
δι' ού η Μονή εκλάμπει
Νικολάου τουπίκλην Βλατή.

Σύνθεση θεία
και σε θέλει αταξίδευτη,
στεριωμένη
στα κράσπεδα της παλιάς προκυμαίας,
να ορίζεις τους νόστους
και την χαρά μας.

Έγινες ένα
με τον θόλο της Θέρμης,
την Πόλη ,
την Θάλασσα,
την Κορυφογραμμή,
που σου χαρίζει
θαλπερούς λιβοζέφυρους.

Έγινες ένα
με την Ζωή.
Φώς και Αειφορία
στην ωραιότητα του Θερμαϊκού.

 


ΠΡΩΤΗ ΠΡΑΞΗ

 

Χθες έβρεχε και φύσαγε όλη νύχτα.
Ασταμάτητα.
Ήχοι ξυλόφωνου, με ρυθμική ακρίβεια στους ντερέδες,
σε κοντραπούντο με των υδρορροών το στάλαγμα,
οι αρπισμοί πιανίσιμο στα κεραμίδια,
στα καραβόλια κάγκελα η κεραία
με δοξαριές απίθανες έπαιζε τρίλιες,
βιόλα στα χεριά του βοριά βαρύθυμη,
κάποιο παντζούρι ξεχασμένο ανοιχτό
γκραν κάσα που αψηφούσε τον ρυθμό,
κι ένα βιρτουόζικο κλαδί που σύριζε στο τζάμι,
για δέκα μέτρα όμποε, για δώδεκα φαγκότο,
πιασμένο στην διεύθυνση της ανεμοριπής,
ο πλάτανος βαρύτονος, η λεμονιά σοπράνο
και μια κοντράλτα χαραμάδα στο παράθυρο
θεσπέσιες εκτελούσαν τριφωνίες ως το χάραμα.
Ώσπου ξεχείλισαν τα φρεάτια της Αιόλου
και των αμφίβιων οδηγών τα κόρνα τα ανυπόμονα
έκλεισαν με φορτίσιμο, πρωί, την πρώτη πράξη.

 


ΜΕΤΑΡΣΙΩΣΗ

 

Θα γίνω καλάμι
στις εκβολές του Αξιού,
εκεί που ο Πρέσπας γίνεται Βαρδάρης
και σαρώνει τα δύσκαμπτα,
να παίζω με τις φουρτούνες,
να ξεφαντώνω με την παραφορά,
να γιορτάζω με τ' αυθόρμητα.

Θα γίνω τρούλλος της Περιβλέπτου,
να στρογγυλεύω τις ριπές του Σορόκου,
την ανάσα της Ανάφης,
με την πλινθοπερίκλειστη παρειά μου.

Θα μάθω να ζω με τα γήινα,
τα υδάτινα και τ' αέρινα,
να θωρώ την απώλεια,
μεγαλοπρεπή και εύθραυστη,
σε κάθε εικόνα της Μεσονησιώτισσας,
ν' αφουγκράζομαι την ευγένεια
σε κάθε ψίθυρο φύλλου,
ν' αγγίζω την ωραιότητα ταξιδεύοντας
σε πόλεις — στίβους μαραθωνίων,
ν' απολαμβάνω το άρωμα
στην αύρα της μοσχοΐτιάς,
να γεύομαι την γλυκύτητα
στις πηγές του ασβεστόλιθου,
τ' αποστακτήρια του Χειμώνα,
μπας και μπορέσω να ξορκίσω
τις πληγές της Άνοιξης.

 

ΑΝΑΛΟΓΩΝ ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ

 

Ροδίζουν οι φωτιές στις κορυφές των Πιερίων
τα δειλινά,
ορίζουν τους ορίζοντες της,
την έκταση του τιμαρίου,
έτσι όπως αρχοντεύει την Λεωφόρο
και πάσαν την Πόλιν,
απο τα Ευόσμια όνειρα
ως τις Πυλαίες υπεραξίες
κι από τις Επταπύργιες νοσταλγίες
ως του Πύργου τα δεσμωτήρια,
δεσμώτης κατ' επιλογήν κι αυτή, ψηλά
στο νεοκλασικό πολυτελές κι ευρύχωρο κελί της
απ' όπου ως προφητάνασσα οιωνίζεται,
με κάποιαν οίηση είναι αλήθεια,
τις τύχες των υποτακτικών της:
αν δικαιούνται να ονειρεύονται,
αν θα μπορούν να ελπίζουν,
μήπως ματαίως ξεροσταλιάζουν,
στον ηλιακόν εξώστην από κάτω,
αναπολώντας ράνισμα γαρδένιας,
γιατί καταδικάστηκαν τελεσιδίκως,
οι ανόητοι αρνησίδωροι,
σε ισόβιο διάπλου ιστοσελίδων;
Πόσο πονούν τα δειλινά
στις κορυφές των Πιερίων
— εύφλεκτες υπομνήσεις απουσίας.

Χαράμι κύλησε η ζωή μας.
Ανάλογων αντιστροφή.
Πρόθυμη όταν ενδοίαζα
κι αδιάφορη τώρα που λαχταρώ.

 


Η ΠΛΗΓΗ

 

Δεν είχα υπολογίσει,
ο έρμος καρτεσιανός,
πόσο βαθαίνει αδιάκοπα η πληγή,
κι ακόμα,
όταν για λίγο επουλώνεται,
σαν φεύγω με τις έγνοιες,
πόσο επώδυνα και πάλι ανοίγει,
από τα δώρα τα ενθύμια,
κάτι παλιές φωτογραφίες,
τα hits του Dylan και του Winwood,
και πιο πολύ
κάθε Δεκέμβρη,
όταν οι μνήμες τρελαμένες ζωντανεύουν
εκείνη τη βραδιά τη μαγική,
στο παραπύργιο άλσος των σκιών,
τότε που, χέρι χέρι, στην καμπή του ριζικού,
σφιχτές, δεμένες κόμπο οι αγκαλιές,
μείναμε μόνοι κύριοι της επικράτειας των πεύκων,
μοναδικοί, δυο σπιθαμές
πάνω απ' το χιόνι, αερο-πόροι
που τους ξελόγιασε μια μέθη εκστατική.
Λες νά 'ναι θεία τύχη
π' ανοίγουν οι πληγές μας
κι αποκαλύπτουν έτσι
τις αλλοιώσεις των σωθικών,
να βλέπουμε
και να μετράμε
τα στάδια των παρεκκλίσεων,
τα λάθη, τις ανασφάλειες,
τους τραγικούς συμβιβασμούς,
μπας και σοφότεροι
αρπάξουμε την ίδια ευκαιρία,
σε κάποιαν άλλην ίσως
μελλούμενη ζωή,
αν αληθεύουν όσα μολογούν
σοφοί προϊουστινιάνειοι
μύστες της μετεμψύχωσης.

 


ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΦΥΛΑΚΗΣ

 

Έρχεται πάλι
και ξανάρχεται,
ώρες βραδινές,
τότε που οι αντιστάσεις
και τα ευτελή προσχήματα λυγίζουν,
σαν θρόισμα, σαν χάδι,
μες' απ' τα πέτσικα καραγάτσια της φυλακής,
και στοιχειώνει τη σκέψη μου.

Με μεθάει,
με τον αποσταγμένο
γλυκασμό της ιστορίας μας,
κι ακροβατώ
πάνω σε μύριες υποθέσεις,
τα  «εάν» σειρές αμέτρητες,
τα «μήπως» σαν τα «ίσως» άπειρα,
κι αναζητώ στα φυλαγμένα μου βινύλια
παρηγοριά του Robert Plant κολορατούρα,
να μου θυμίζει, να με πείθει, ενδεχομένως,
με κείνο το ουράνιο «That's the way»,
πως έτσι κάπως έπρεπε να γίνει...

Δοκιμασμένο κόλπο, ξέρεις,
απλώς για να ζυγιάζονται
ο Χρόνος με τα Αισθήματα
(ανάγκη βασική των κρατουμένων),
οι ελπίδες ν' αβγατίζουν
και τα χρόνια να κυλούν.

Αλλά τα κόλπα μισερά
αντέχουν λίγες μέρες.
Κι εκείνη, η αθεόφοβη,
σαν δεν νουγάει από τέτοια,
έρχεται πάλι
και ξανάρχεται
και φτου κι απ' την αρχή το πανηγύρι.

 


ΔΝΤ

 

Οι απεσταλμένοι του Διεθνούς Νομισματικού Τεχνάσματος,
συνεπαρμένοι με τα ποσοστά,
δεν αντιλήφτηκαν τους γηγενείς νεόπτωχους
πίσω απ' τους αριθμούς
κι επέβαλαν ποινή συλλήβδην:
άρση του δικαιώματος θανάτου.

Οι απεσταλμένοι του Διαρκούς Νεωτερικού Τιμήματος,
υπολογίζοντας το κατά κεφαλήν περιεχόμενο,
εδώ στις αμμουδιές των ομήρων της τρυφηλότητας με δανεικά,
επέβαλαν στους γηγενείς νεόπλουτους
διπλή ποινή:
άρση του δικαιώματος συγχρωτισμού σε θωρηκτά
και περαιτέρω αναβολή
της εγκεφαλικής λειτουργίας.

 


ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΥΔΡΟΧΟΟΥ

 

Θαρρώ δεν έχω, πλέον, αλλά περιθώρια
των Οριζόντων τις ανταύγειες να ξεχνώ,
χορτάτος απ' την αφθονία των εναλλαγών.
Πάνε, ξεθώριασαν, γίνανε άχρωμες,
μουντές, μονότονες επαναλήψεις.

Αρκούμαι τώρα ενθυμήσεις να ιστορώ,
να ξεδιαλέγω τα σημεία αναφοράς των εξορμήσεων.
Τα τρόπαια των θεών θυμάμαι, σαν του Χάρλεμ
τις εύοσμες λοφοπλαγιές προς το ποτάμι,
και απορώ κι εξίσταμαι
πως στεφανώνονται με κρίνα οι Ερινύες.

Αναπολώ στο Γιορκ του Πύργου τον μαστό
—όρθια παραβυζαγμένη ρώγα—
τους λαίμαργους ασφόδελους
που κρύβουνε την έπαρση του τύμβου,
και απορώ κι εξίσταμαι
πως στεφανώνεται με κίτρινο το στίγμα.

Μια γεφυρούλα αγκαλιά μ' ένα κανάλι,
απ' τα χαδιάρικα του Νέβα, στην Αγία Πετρούπολη,
των 'Αγίων Ερώτων νύχτες φυλακισμένες,
στην Πράγα της παλιάς Αρκούδας την αλάνα,
τους χορευτές σκελετωμένους στο καμπαναριό
από την πλήξη κυκλικών επαναλήψεων
αναθυμούμαι
κι ένα μικρό, αδέσποτο χωριό της Αρκαδίας,
πνιγμένο στο θυμάρι, τον βασιλικό και την στοργή.

Κι ευγνωμονώ την Εποχή του Ιχθύος,
που μ' αξίωσε αξίες και απαξίες,
πάντως ανθρωπομετρικά ψηλά και χαμηλά,
όρθιος να προκάμω να ιστορήσω,
γι' απόλαυση μα και γι' αποφυγή.

Τώρα τρελάθηκε ο Καιρός. Απρόσιτοι  Ουρανοί.
'Ωκεανοί ασυνάρτητοι. Μονάχα
βαρομετρικά τα χαμηλά και πάντα χαμηλά.
Νερά φουσκώνουν κι αραδιάζουν σημαδούρες
των ναυαγίων τρόπαιων τις κορφές.

Δεν έχω, πλέον, αλλά περιθώρια
μα των Κυκλώνων τις διαύγειες να μετρώ,
την ένταση, τη διάρκεια, τα τραγικά περάσματα,
τους διασώστες να σχοινοβατούν με την αυτοθυσία,
καταστροφών απογραφές, δάκρυα της επιβίωσης,
τα κόστη και τα κέρδη της ανόρθωσης.

Ούτ΄ έχω λόγο την Εποχή του Υδροχόου να τιμήσω,
για όσα κι αν μ΄αξίωσε λάθη να ιστορήσω.
Μάταιος κόπος.
Δεν έχουν μείνει αναγνώστες στις σπηλιές.
Άλλα ένστικτα, αγριότερα, την Επικοινωνία κατάπιαν.
Εδώ δεν διαφεντεύουν Άνθρωποι ,
οι Δείκτες διαφεντεύουν.

Εδώ η Ζωή στατιστική κουκίδα νανομέτρου.

 


ΚΑΛΕΙΔΟΣΚΟΠΙΑ

 

Σιμώνει Άνοιξη,
ύστερ' από δεκαετίες χειμερίου θαύματος.
Κόσμος πολύς στις πλατείες ξεμουδιάζει.
Συμπεράσματα απλωμένα στον ήλιο.
Πλειοψηφικές ευωδιές.
Φρέσκιες γνωριμίες, χειραψίες,
προθέρμανση για το μεγάλο άλμα.
Καιρός να χαρούμε, να γελάσουμε.
Κι αν κλάψουμε για τις δημαγωγίες του Χειμώνα,
δεν πειράζει.
Καλά μες απ' τα δάκρυα μόνο βλέπεις την 'Αλήθεια
—δάκρυα καλειδοσκόπια των αληθινών,
σαν τα λόγια των παιδιών και του κρασιού.

 


ΕΠΙΜΥΘΙΟ

 

Λάμπουν και μοσχοβολούν
μόνο κεριά που καίγονται.
Όσα λουφάρουν άκαυτα
είναι προθήκες ψιμυθίων,
άδειες, ανούσιες ζωές,
οντότητας προφάσεις.

 


 

Δεύτερη ποιητική συλλογή «ΑΠΟΔΕΙΠΝΟ ΓΙΑ PIGS» 

 


Τρισάγιο


Άγιος ο Θεός,
ο μακρόθυμος και οικτίρμων,
ο επικίνδυνος – «σημείον αντιλεγόμενον»,
ο άναρχος και ακανόνιστος,
μόνοι κανόνες του οι αναλογίες :-
ελαφρύ έλατο κι ευκινησία τριήρεος,
σκληρή καστανιά και γοργόνα του ακρόπρωρου,
λιθαγωγία μαρμάρου και διάκοσμος μετώπης –
η Ελευθερία του άρμενο των ανθρώπων,
ο εμπρηστής της Τάξης,
ο ρυθμός της διαρκούς διαστολής του Κόσμου,
ωσότου δίνη μελανόστομη,
μαύρο του Vincent ξίφισμα στριφτό, να τον ρουφήξει,
και πάλιν ερχόμενος μετά δόξης
ως νανόσπορος Αγάπης.

Άγιος Ισχυρός
να τύχει ο αντίπαλος σου,
οι κακουχίες, οι συμφορές,
οι ανεκπλήρωτες επαγγελίες,
όσα σε κάνουνε σκληρό
σαν τον καπνό της νεκρικής πυράς σου.
                                        

Άγιος Αθάνατος
ο σπόρος σου,
ο κόσμος σου μαγιάτικο στεφάνι,
μίσχο το μίσχο αγκυροβόλια,
τα πεπραγμένα πολύτιμα πετράδια σου,
η αγάπη που δεν τόλμησες,
τα πολύτοξα γιοφύρια που διαβήκαμε
ανάμεσα σε χρυσά και πορφυρά περιδέραια του Οκτώβρη.

Ελέησον ημάς
τους λαθρομετανάστες στον πλανήτη των τοκογλύφων,
και τους άλλους,
το νεράκι, το χώμα, τους αγέρηδες,
τα παιδιά της φωτιάς,
τα παιδιά της φωτιάς
και τους άλλους.

 

 


Εκδρομή

 

Τα μονοπάτια χρύσωσαν

οι ώχρες του Αϊ-Δημήτρη,

διάφανες πινελιές παντού, ηλιοφόρες.

 

Στο πέτρινο χωριό, καστριώτικο ρημάδι,

η εκδρομική Ευθυμία παλεύει με την Ερήμωση.

Με επιφωνήματα χαράς ματαίως

προσπαθεί να την αποτελειώσει.

Δύσκολα αλλάζει ρότα η Ερήμωση, έτσι όπως

είναι αργή, επίμονη και μονοδρομική,

σαν την αυτάδελφη της την Φυγή.

 

Κι οι δυό, μεγαλοκόρες γελασμένες

από τους εραστές της «Ανασυγκροτήσεως»,

καλογεράζουν τώρα στα χωριά

μήπως και βρούν παρηγοριά στους εκδρομείς.

 

Τους ξεναγούς ακολουθώ ασυναίσθητα,

από σκιές ξερολιθιάς, ανάλαφρος

υψιπέτης στα κυρτά του λιθόστρωτου

- τα αγκωνάρια στην ευθυτενή εμμονή τους,

τα τσουκανάρια του λογγά δουλέψαν μερακλίδικα -  

κατηφορίζοντας την ομαλή πλαγιά

κατά τη θάλασσα, εφτά ανέκδοτα πορεία,

έως την «Πρόοδο» που δεσπόζει της ακτογραμμής,

με στιβαρή σκυροδεμένη σιγουριά,

τις αλαβάστρινες υποδοχές της,

ανάμεσα σειρές ταβέρνες συνοδείας,

ατάκτως ερριμμένες ευκαιρίες απασχόλησης,

για όσους γόνους κουδαραίων και κυρατζήδων

κατηφορίζουνε τις εύκολες πλαγιές.

Πολύκοσμος ακτή, σπαρμένη ακρυλικές ανέσεις, 

πολυμερή γλυπτά, solarium καθρέφτες

και μύριες μάνες πανικόβλητες

ν΄ ανταγωνίζονται τη μουσική ανακύκλωση

τσιρίζοντας χαϊδευτικά τσίτσιδων πιτσιρίκων.

 

Τα κύματα ταξίματα ανεξάντλητα

αποπλανούν τους αμφίβιους της παραλίας.

 

Στον ήλιο ιδρώνουν ποιητές

και στις σκιές χαμογελούν εμπνεύσεις.

 

 

 

 

 

 

 


Το χρέος


Όλες τις έγνοιες μου τις βούτηξα σ’ αιμάτινο κρατήρα,
όρκος ισόβιας συμφωνίας,
σπονδή ταγμένη στο Κοινόν των Ορεστών,
σαν ένα ασήμαντο κυκλάμινο στου κάμπου
το στρωμένο κατανυκτικό σμαράγδι,
το φέγγος του ν΄αναρριγεί απ ΄τους καημούς του κόσμου.

Όλα τα ποιήματα μου τα χρωστάω .

 

 

 


Η συνταγή μου

 

Προέκυψα με ακριβείς αναλογίες,

εποχικές και προμελετημένες.

Για το Φθινόπωρο - με γέννησαν Νοέμβρη -
πηλός τρία μέρη κι άλλα εφτά νερό,
ζεστό νερό να μαλακώνω τα αποξηραμένα φύλλα,
λησμονημένα σε κλειστούς, αιώνες τώρα,
ογκώδεις τόμους μανιφέστων.

Για τον Χειμώνα - λευτερώθηκα Δεκέμβρη -
πηλός τρία μέρη και αλάτι μέρη εφτά,
να λιώνω παγωμένες προσπελάσεις,
ν’ ανοίγω διαύλους καρδιακούς,
ανάμεσα στα χιονισμένα μετερίζια.

Την Άνοιξη - τον Μάη φανερώθηκα -
πηλός τρία μέρη και εφτά μέρη μελάνι,
να καταγράφω τις ελπίδες ανθισμένες,
μη τις ξεχάσουν χάμου μαραμένες,
στην παραζάλη της Πρωτομαγιάς.

Το Καλοκαίρι – με λιοστάσι Θεριστή ξεκίνησα -
πηλός δυο μέρη κι άλλα δώδεκα ιδρώτας,
να αιχμαλωτίζω τις αχτίδες του ήλιου
στις κατακόρυφες αποστολές τους,
μετά προσεχτικά να τις κατασταλάζω,
σταγόνα τη σταγόνα, στα μυστικά περάσματα,
φυτεύοντας ήλιους μικρούς λαμπρούς χιλιάδες,
να φωσφορίζουνε τη νύχτα της εξέγερσης,
μη χάσουνε και τούτη τη φορά τον στόχο
κι αντί για λάβαρο πυρρό αρπάξουν πάλι σκήπτρο.

 

 

 


Δεσμώτης

 

Αδιαλείπτως επιστρέφεις, επιμένεις,
με πείσμα ραδιοκυμάτων,
αρμονικών και αδιόρατων.
Δεν δίνεις χρόνο, δεν χαρίζεις περιθώρια
να φιλιώσω με τις αλύγιστες σκιές
που απλώνονται παντού, κείνες τις ώρες
των αναστοχασμών, των ενοχών συναυτουργίας,
με τις ελπίδες αμυδρές,
γεμάτες συντηρητικά ανέξοδης υπόσχεσης
δικής σου, πάντοτε δικής σου.

Δεσπόζω,
ανάμεσα στους αρμολογημένους φράχτες,
εκεί που μ’ έταξες για πάντα,
δικό σου κλειδοκράτορα, τελάλη,
να διαλαλώ την πλούσια την πραμάτεια σου,
για λεύτερους τους υποτακτικούς σου,
την φυλακή σου για κρυφό σχολειό.

Σ’ ακολουθώ
για να μετρώ και να ξαναμετρώ
τους οπαδούς σου,
μυριάδες μόνιμων συμβασιούχων,
στις γειτονιές της Ευκολίας.

Σ’ ακολουθώ
με την ψευδαίσθηση
πως κάποτε θα σε νικήσω,
αδιόρατη κι αρμονική βολή μου.
 

 

 


P.I.G.S. 1

 

Ο αδηφάγος τοίχος τα κατάπιε
σε πέντε στρώσεις εποξειδικής βαφής.

GREVE GERAL, *

I’M PISSED OFF,

ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ,

NO NOS FALLES,

κι από κάτω κόκκινο tag αερολύματος

 PIGS

Μόλις προλάβαμε να τα φυλλομετρήσουμε.
Άλλη μια τοιχο-ρύπανση ετάφη επιτυχώς.
Οι εντός φιλήσυχες ισορροπίες,
στην ασφαλή τους περιτοίχιση,
χαρούμενες για την αποκατάσταση.

Οι τοίχοι έχουν ευαίσθητα αυτιά
και δεν αντέχουν οργισμένα υπονοούμενα.

 

 

* ( κυρίαρχα συνθήματα των anti-austerity κινημάτων, στην
Πορτογαλία Greve Geral – Γενική Απεργία, στην
Ιρλανδία I’m pissed off – Είμαι έξαλος, στην Ελλάδα – Δεν πληρώνω
και στην Ισπανία No nos falles – Μη μας απογοητεύεις )  

 

 


Προ του δελτίου των δώδεκα

 

Στράτα φεγγαρόστρωτη
μοιράζει την λίμνη
- δρόμο του έρωτα την βάφτισαν
οι Γάλλοι, rue d’amour -
πύρινο πέρασμα κοιλάδας σκοτεινής,
το σκίζουν ίσκιοι δίκωποι
π’ απλώνουν παραγάδια.

Απέναντι λεπτά τα περιγράμματα,
βουνοκορφές σαν λυγισμένα φωτοστέφανα
να στέφουν την υγρή περίπτυξη,
τόσο γαλήνια, ακίνητη, ακύμαντη,
λες ναρκωμένη απ’ το ισοκράτημα του γρύλλου.

Θυμούμαι τέτοιες νύχτες
τραγουδούσαν και ζευγάρωναν,
σφιχτά τα χέρια με τα όνειρα.
Τώρα μια πεταχτή ματιά, τυχαία,
στον τηλε-χρόνο των διαφημίσεων,
προ του δελτίου των δώδεκα.
Μεσάνυχτα.

 

 

 


Βραδινά επιδόρπια


Στα πρώιμα πεδία των μαχών,
πρώτα μετρήσαμε τους λιποτάκτες,
ανέλπιστα πολλούς, λιγόλαλους
- πληγές ορθάνοιχτες, χαμένες αθωότητες -
κι ύστερα καταγής, με τάξη,
αραδιάσαμ’ έναν έναν, τους πεσόντες,
ανέλπιστα πολλούς, λαλίστατους,
τα λόγια τους της γης ανάσα.


Εύστοχες πάντα, στην καρδιά,
οι παραινέσεις των νεκρών,
σαν φυσοκάλαμα των Γιανομάνι,
ιδίως όταν πληθαίνουν οι συμβιβασμοί
και οι συμψηφισμοί αραδίζουνε τριγύρω,
ασταμάτητα,
βραδινά επιδόρπια ηρεμιστικά,
σπονδή στις Ευμενίδες.

 

Τα λάθη μας αποζητούν θανάτους,
σοφία μιας μόνο χρήσεως,
στον χρόνο αποκρίνωσης της πεταλούδας
που τον κρινώνα της ακούραστα εποπτεύει,
τον κόσμο τον γνωστό,
τον άγνωστο για κάθε νέα πτήση.

 

 

 


Κοντάκιο


Να ξαναβρεθούμε λοιπόν όσοι αχθοφορούμε τις ίδιες πληγές
από περίτεχνα φραγγέλια της ίδιας προδοσίας.

Τίποτα δεν μας εμποδίζει πια, τίποτα δεν απειλεί τις συμβάσεις,
ό,τι ήτανε καλό να γίνει χάλασε και ό,τι να χαλαστεί από καιρό ερείπιο.
Τίποτα δεν απόμεινε ορθό, που άμα χαθεί ν΄αξίζει να λυπάσαι.

Να ξαναβρεθούμε όσοι μετρήσαμε τα ίδια αστέρια,
κείνες τις νύχτες τις ανίσκιωτες, ψηλά καβάλα το φεγγάρι να
λάμπει σαν δέκα ήλιους συναγμένους από κρυφούς συναγερμούς,
πάνω στα ερείπια καθεδρικών δογμάτων.

Δεν υπάρχει ζωή έξω από τούτες τις νύχτες, να θες να την χαρείς,
δεν υπάρχει πνοή χωρίς αγέρα στα πνευμόνια του ταύρου.

Να ξαναβρεθούμε κουβαλώντας τους ίσκιους
των εκτυφλωτικών αποκαλύψεων, τους χαμένους θησαυρούς
των γερόντων, σ αυτόν εδώ τον κόσμο που γερνάει
γιατί φοβήθηκε τα νιάτα, προτού γεράσουμε κι εμείς οριστικά.

Να ξαναβρεθούμε κάτω απ’ το φώς το ιλαρόν,
με τις πληγές, τις ενοχές, τις εποχές των αναθεωρήσεων,
όσο χαράζει ακόμα, εκεί μακριά, ένα παράθυρο ανοιχτό,
να βλέπει θάλασσα και τα λευκά φτερουγίσματα των οριζόντων,
ν΄ανοίγει διάπλατα στις ανεμορριπές τις καθαρτήριες του ήλιου.

Να ξαναβρεθούμε λοιπόν τώρα πιο νέοι κι από τη γέννα μας
- ανάμεσα σε τόσο θάνατο ο χρόνος αναστρέφει -
μας περιμένουν τ’ αυγουστιάτικα τοπάζια, που μαγέψανε το Χρόνο,
στο διάφανο μετάξι του πελάγου κεντημένα, τα βραδινά ρεσάλτα,
τα φουντωμένα δέντρα απ’ τον ιδρώτα μας
και χορωδίες πουλιών, σε ανοιχτά κλωνάρια, ισιωμένα,
στα ανθοφόρα μάτια τους ΄πο μια σταγόνα αίμα δικό μας,
σαν του ροδιού ρουμπίνια στη σειρά.

Δεν υπάρχει ζωή πέρα από τούτα τα δέντρα, να θες να την χαρείς,
δεν υπάρχει πνοή χωρίς αγέρα στις μασχάλες των πουλιών.

Κι αν είμαστε κι εμείς νεκροί από καιρό και δεν το καταλάβαμε,
θα δανειστούμε λίγη αθανασία, για όσο κρατάει μια στερνή
εφόρμηση στα απρόσιτα χειμερινά λημέρια των ανέμων,
να αλλάξουμε στροφές ,να αλλάξουμε ριπές και ρότες,
να μη μας φτύνουνε στο δρόμο τα παιδιά μας.

 

 

 


                                                

Η τρελοηχώ


Πολλές φορές, η τρελοηχώ το παρακάνει,
βάνει στο στόμα μου κουβέντες που δεν είπα.
Φωνάζω «Άνθρωπος» και κείνη η απίθανη
πριν ανασάνω αποκρίνεται «Συνάνθρωπος».

Ξαναφωνάζω με ψυχή ευθύς «Ανάσταση»
κι ο σκύφος ο τρουλλαίος αντηχεί «Επανάσταση».

Κι όταν ουρλιάζω - ψύχραιμα – «Μνημόνιο»
εκείνη αντιλαλεί με στόμφο «Ανατροπή».

Μα είναι γνωστό, η κυρά Ηχώ διασκευάζει
μον’ κουτσουρεύοντας τις πρώτες συλλαβές,
κι όχι προσθέτοντας εδώ και ΄κει δικές της,
να σου αλλάζει τα νοήματα που θες.

Εκτός κι αν πάλι το πανούργο αγερικό μου,
ήρθε και κρύβεται ΄κει πίσω απ το κελί,
αλλάζει τόνο, αλλάζει χρώμα στη φωνή του και
με υπαινιγμούς τις ενοχές μου προκαλεί.
  

 

 


Μιμήματα


Τους Μύστες των Τεχνών τους κουβαλάμε,
σαν τα ποτάμια το χρυσάφι φυλαγμένο
στα μυστικά της κοίτης τα φορτία,
έκλυτους θησαυρούς σ’ ώμους αθέατους,
και κάθε τόσο, ανεπίγνωστα, σε στίχους νέορτους,
πεντάγραμμα, καλούπια και καμβάδες,
τρυπώνουν με δικά τους ψήγματα πολύτιμα,
αρχαίες ψυχές σε σώματα νεογέννητα.

Τούτη η μαστόρικη παράδοση κρατάει,
από γενιά της κάθε Τέχνης σε γενιά,
ανθρώπινη, συνήθως γόνιμη συνήθεια,
αρκεί, βαρείς κι ασήκωτοι όπως είναι οι Μύστες,
να εξαντλούμε ενδελέχεια και μεράκι,
να τους σηκώνουμε όσο γίνεται ψηλότερα στους ώμους
για να μη σέρνουνται στου δρόμου τα κατσάβραχα.
 

 

 


Απόδειπνο


Όρμισαν ανενόχλητες,
κάθε λογής οι συντεχνίες,
από την πύλη της Λιτής,
βαθειά στην άδυτο Προσκομιδή,
ρημάξανε τους θησαυρούς
και φύγαν απ’ την έξοδο κινδύνου.

Όρθιο δεν απόμεινε κλαρί την ρίζα να θυμίζει
-τ΄άσπιλο φώς, πυρίπνουν άρμα,
τ΄αδιαπραγμάτευτο γαλάζιο,
κάτι από Έφεσο και Αλιμούντα,
απ΄της Φαιστίδας τον καρπό -
οι αντιστάσεις λύγισαν με ελιξίρια πλησμονής,
οι αντηρίδες σωριασμένα ερείπια.

Όλα όσα πίστεψες και λάτρεψες συντρίμμια.
Ό,τι ξεχώρισες στη χλεύη των παιδιών.
Γέμισες τις πλατείες σου δημαγωγούς ανδριάντες.
Για χαϊμαλιά επιδόματα πούλησες την ψυχή σου.
Πώς άφησες τόση ψευτιά να σε συντρίψει ;

 

Τώρα πια δεν απόμεινε κανείς συνδαιτυμών
να σε σηκώσει ορθό.
Μόνη σου ελπίδα οι φίλοι σου
παλιοί και ξεχασμένοι :-
τα κύματα της Θηρασίας και οι
γούρνες οι αργυρές του Αχελώου,
που σ΄ έμαθαν να παίζεις με την άνωση
και θάλασσες να διαφεντεύεις,
Πίνδος και Ταίναρο, π΄ανοίξανε τα βήματα σου,
ο Πλάτανος και η Ελιά,
που ρίζωσαν τη μοίρα σου στον ασβεστόλιθο,
παγώνια Σιναϊτικά και της Μονής της Χώρας
- εωθινά Σχολών της Οικουμένης -
στολίδια στις αυλές της φαντασίας σου.

Είναι καιρός να τους συνάξω
όλους τους φίλους τους παλιούς,
να θυμηθείς, να τους ντραπείς ,
μπας και ξαναβλαστήσεις.
 

 

 


Συμπόσιο Σοφών


Ήρθαν κατά φυλές,
αναζητώντας, είπαν, επικοινωνία.
Πολλοί με ονόματα επιχώρια,
και άλλοι θρασείς, από βαρβαρικά βασίλεια,
ασφαλισμένοι σ’ ελλειμματικά Ταμεία,
στους ώμους όνειρα αμετροεπή,
ντυμένοι μοντελάκια κούρασης
και μάτια για στεγνό καθάρισμα.

Ιδεολόγοι Γαλαξιακών Δικτύων,
που ξανανιώσαν ξαφνικά
σε κοσμικό νησί , το καλοκαίρι το στερνό τους,
και φλυαρούσαν για δίκτυα ευρυζωνικά
και τα ευωδιαστά στριφτά της διπλανής παρέας.

Αρχαιολάτρες των αγρών, βέβαιοι
πως χτυπήσαν φλέβα της Αποκάλυψης,
με δυό τομές κάτω απ΄το τρίτο στρώμα
της τέταρτης αρχαίας αγοράς,
κι αφού στηθήκαν στον φακό μπροστά,
γραμμή με τις ενδημικές περιέργειες,
ευθύς ποινικοποίησαν το μέλλον.

Σαραβίτες φιλόσοφοι,
φορτωμένοι χαμομήλι και καλειδοσκόπια,
κομπάζοντας πως βρήκαν την Αλήθεια
στην κορυφή του Mont Ventoux ,*
φιλοτελιστές σπανίων γνώσεων,
συνήθως κολλημένοι εκεί στο βάθος
της τελευταίας βραδινής διαφωνίας.

Αρχιτέκτονες χαλύβδινων εξαρμάτων,
αστραφτερών τσίγκινων κάδων,
εν σειρά και εν σωρώ,
μουσειακών εκρήξεων εν κενώ,
από χαρμάνι λαμπερής αμηχανίας,
ομάδα ιδιαζόντων ζηλωτών
της διαφοράς και των εκπλήξεων.

Θεοκράτες επισείοντας μεγεθυντικούς φακούς
και τόμους των «Πνευματικών Ασκήσεων» ,*
τοκιστές της ελπίδας των μακαρίων,
φανερά ταλαιπωρημένοι
από την τελευταία περιφορά της Σεμνοτυφίας.

Κι όταν τελειώσανε οι γνωριμιές
κι βάλθηκαν να ξεκινήσουν,
μόλις ακούστηκαν τα πρώτα λόγια,
γιόμισε η αίθουσα βιβλία, σμήνη,
που λές και βγαίναν απ΄τα στόματα με κάθε λέξη
και φτερουγίζανε ψηλά στον θόλο του αμφιθέατρου
και τσακιζότανε καθένα πάνω στ΄άλλα,
σ΄έναν ορυμαγδόν ιπτάμενων συγκρούσεων.

Εξώφυλλα κι εσώφυλλα σκίζονταν στον αέρα
και πέφτανε στο πάτωμα πυκνό χάρτινο χιόνι .

Στρώμα παχύ σωρεύτηκε σε λίγο,
κονιορτός πολύχρωμος των επιχειρημάτων,
ανάμεσά τους, απειλώντας να τους πνίξει.

Κι ο διάλογος σταμάτησε πριν καν αρχίσει.
Αμηχανία ενέσκηψε στο προεδρείο,
που ευθύς εκήρυξε περαιωμένο το συμπόσιο.

Στην έξοδο, γνωστοί ανταποκριτές εκθείαζαν
την φιλική ατμόσφαιρα του συμποσίου,
με πόσην οξυδέρκεια οι σοφοί επέβαλλαν
διακριτική προσωρινή Επιτροπεία,
με πόση τάξη ασμένως αποχώρησαν
μοιράζοντας ευχές για βίον ανέραστον.

 

 

* ( Mont Ventoux – βλ. Πετράρχης , Η Ανάβαση στο Όρος Βεντού )
* (Πνευματικές Ασκήσεις - έργο του Ignatius de Loyola )
 

 

 


                                                                                         

Πικρό γονίδιο


Εψιλον, πρώτο γράμμα του Ευρώτα,
πού ‘καμε το ποτάμι του τάφο της πρώτης ήττας,
σάβανο της ντροπής.

Λάμδα ΄πο το βαφτιστικό σου Λάδι,
μέσα στη γούρνα την γλυμμένη απ’ την βροχή,
κι από την Λύτρωση όπου σ΄ έταξαν για πάντα.

Εψιλον, πάλι, να θυμάσαι του Ευρίπου
τρελά νερά κι απείθαρχα,
μια του βοριά και μια του νότου,
να χορεύουν τους κανόνες στο ταψί.

Υψιλον σαν το δεύτερο το γράμμα της Ευτέλειας,
να μην ξεχνάς το όνομα του εχθρού σου.

Θήτα το τρίτο της Ευθιξίας,
έτσι, ν΄ανάβεις σαν πυρσός με την παραμικρή την σπίθα
και να ζεσταίνεις των ανθρώπων τις ψυχές.

Εψιλον, άλλη μια, το τέταρτο δίδυμο γράμμα
του Μελένικου που ορθώνεται «επί πέτρας
κρημνοίς πανταχόθεν εστεφανωμένης»,
για να φρουρεί περάσματα διακινδυνεύσεων.

Ρω σαν το πέμπτο της Μακαριάς,
πλούσια να στρώνεις κάθε χρόνο στο διάσελο,
το σφιχταγκαλιασμένο απ΄ το γαλάζιο,
στη μνήμη της Κυράς π΄ αγκάλιαζε την Οικουμένη.

Ιώτα σαν το έκτο γράμμα της Ευψυχίας οπού
σε ντύσανε, μετά το μύρωμα, οι ανάδοχοι θεοί.

Αλφα το έβδομο της Ευφορίας, πρώτο της Άνοιξης
και της Άρουρας της βλαστάνουσας ευφορίαν οικτιρμών.
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, πικρό γονίδιο της γενιάς μου.

Ευθείς οι δρόμοι, τα φαράγγια αγύριστα,
Λαμπάδιασαν σαν έφυγες για λίγο.
Εγερτήρια σήμαντρα, φωτιές ψηλά στα υπόσκαφα
Υπερώα – ασκηταριά που γίναν προμαχώνες.
Θάλασσες κάργα πειρατές, αντάρτες του πελάγου.
Εμβολα χρυσοχάλκινα έρμα στ΄ακροθαλάσσι
Ράκη εχθρών σου εκβράζονται με κάθε ρόχθο.
Ιστιοφόρα όνειρα τις μπόρες αψηφώντας αράδα
Αρμενίζουνε – γέννα θαλασσοπόρα.


ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, πικρό γονίδιο της γενιάς μου.
                             

 

 


 

Guernica
 

Άγρια ένστικτα ξυπνά η κληρονομιά σου.

Απόλυτη κυριαρχία του νερόλακκου.
Να διαφεντεύεις τα περάσματα των θηραμάτων.
Γυναίκες άλλων να γεννάνε τα παιδιά σου.

Σαν δύσκολο ο επίκτητος πολιτισμός να τα δαμάσει.

Ίσως για λίγο, όπως τα χαμηλά κλωνάρια
που λυγίζεις για να κόψεις τον καρπό τους
κι αν αφεθείς τινάζονται προς την κορφή και πάλι,
με δύναμη, μην χάσουνε την αρχική τους στύση.

Λένε πως όλα τούτα τα ένστικτα τα λάβρα
στους γύρους του έρωτα μονάχα συγυρίζονται,
σαν αυτοδιαλύεσαι κι ανοίγεις τους πολύπλοκους νευρώνες,
όταν αποκαλύπτεις τα άδηλα και κρύφια της μαγιάς σου.

Guernica, το ρημάδι των δικών σου εμφύλιων,
εκεί όπου σφάζονται ο Ασκητής με την Κοινότητα,
στα χέρια ο Λεύτερος με την Υποταγή,
οι αρχέγονες με τις καινούργιες εκδοχές σου.

Διαλύεσαι σε κείνα που σε σμίλεψαν, χωρίς να σε ρωτήσουν,
σε κείνα που δεν ρώτησαν με πόσο αίμα τα στέργεις.

Μια έκρηξη λυτρωτική, λένε, συντρίβει
την πρωτόδικη κατάρα, πριν ξαναγεννηθείς,
πιο συμπονετικός, απ τις πολλές παράπλευρες πληγές,
πιο ωραίος – δεν βλέπει ασχήμια πουθενά η σοφία.

Βαριά κληρονομιά οι επιλογές σου.
Θάνατοι ωραίοι, ζωοφόροι .
Τύχη πολύτροπος.

 

 

 


Σκοτώνουμε τους Ήρωες


Σε όλα τα θέατρα των μαχών, κάθε πατρίδας,
καλπάζουν πρώτοι να φουντώσουν τις φωτιές,
αγέρηδες εγείροντας απ’ άγνωστους ασκούς
- κρυμμένα λάφυρα αλλοτινών πολέμων.

Κι όταν, στη μάχη, σπαθί και χέρι γίνουν ένα,
αγκυλωμένη εκδίκηση, μανάδων μοιρολόγια,
απ’ την δική τους νίκη αναστημένοι
στροβιλιζόμαστε μαζί τους στα ουράνια,
καμπάνες χρωματίζουνε τους ήχους κόκκινους,
ανδριάντες συνωστίζονται στις ενδεείς πλατείες,
εκεί όπου πάντοτε οι απόντες σέρνουν τον χορό,
ώσπου, στην ώρα τους, να κάτσουνε τα γράδα,
στο ίδιο πάντοτε καζάνι του θριάμβου
(μοιραίες οι ώρες του θριάμβου,
δίνουμε χρόνο στους απόντες να επιστρέψουν),
την ώρα του αποστάγματος, την ώρα των σκιών,
τότε πρωτοπαλίκαρα πνίγουνε καπετάνιους
και ναύτες τουφεκίζουν καπετάνισσες,
κι η δόξα φύραμα κουραστικών βιβλίων,
κι οι ενοχές περήφανες μπροστά να παρελαύνουν.

Σκοτώνουμε τους ήρωες γιατί φοβόμαστε
τη λεβεντιά που καταυγάζει σκοτεινές γωνιές,
εκεί όπου πάντα η απουσία αναγορεύεται εξουσία.

Σκοτώνουμε τους ήρωες
γιατί αμφισβητούν το θάνατο μας.

 

 

 


Αντιπαροχή


Μικρές ομπρέλες, φουσκωτές,
πολύχρωμες,
σαν διψασμένες πασχαλίτσες,
αργοπλακοπατούν και πάνε
στα μυστικά περάσματα,
ραντίζοντας με τόνους έντονους,
εδώ κι εκεί,
μουντά χυτά πετάσματα
της αγοραίας χωροταξίας.

Φαντάζουν εισβολείς
σ΄ ένα τοπίο άχρωμο,
σαν πρόχειρος καταυλισμός
ανέστιων γυρολόγων.

Ούτε που καταλάβαμε,
αυτάρκεις οι αυτόχθονες,
για πότε αντάλλαξαν
το Κάλλος με Απόδοση,
Mαστορικό Μεράκι
μ΄ Εντατικούς Ρυθμούς.

Πώς ρήμαξαν το Μέτρο
ορθώνοντας παντού
συμπλέγματα Συνιδιοκτησίας.

Κανείς δεν αντελήφθη την ανταλλαγή.

Πολλοί την είδανε σαν βιός.

Σαν βιός ψηλής απόδοσης,
έρμαιο της αγοράς,
που καρτερεί τις φουσκωτές ομπρέλες,
όπως αργοπλακοπατούν και πάνε,
με τακτικά περάσματα ταράζοντας,
έστω για μια στιγμή,
την αγοραία ομοταξία.

 

 


 

Ο Βένετος


Λάμπει γαλαζοπράσινος,
έτσι όπως ζευγαρώνει
τον ουρανό με την κοιλάδα,
στην κλίνη την δική του,
την πρωτόπλαστη.

Γαλάζιο και χλωρό,
τον Βένετο,
τα χάσματα τα Πινδικά
τον άκουσαν Βενέτκου,
και στων δασκάλων τα τραγούδια
τον τραγούδησαν Βενέτικο.

Αργοκυλά ως λιτανεία
των αγίων του βουνού,
με ανεπίδεικτο καμάρι,
κατά το πάνω πέλαγος.

Στις πρώτες του πηγές ακούς
τις οιμωγές του ασβεστόλιθου,
που χάνει κι έναν έρωτα
με κάθε ανάβρα.

Κατά το Σπήλιο,
ανένδοτα ορθώνονται φαράγγια,
στην πάλη την αρχέγονη υποχωρώντας
ανεπαίσθητα,
κάθε φορά κι απ΄ένα δάκρυ,
σαν τις ελπίδες των ανθρώπων.

Στα ριζά του Καλλίστρατου,
Νικάνωρ Θεσσαλονικεύς τον ευλογεί
και ηρεμεί, κι ανοίγει,
σε αλλεπάλληλους μαιάνδρους,
διάλογο
με τα τριγύρω αργόσχολα αμφιθέατρα.

Πιο κάτω,
στα κατάντη τα περάσματα,
άφοβοι έφηβοι
προτάσσουν τα βραχώδη στήθη ,
όλο ματαίως προκαλώντας,
άλλοτε με κυρτή
κι άλλοτε κοίλη περηφάνια,
πάντοτε λεία και καθαρή.
Αντίδωρο της αφοβίας.

Κι ότι απομένει απ΄ορεσίβιες αντοχές,
κόκκινα βότσαλα, πολύσχημα,
τα φέρει ο Βένετος μαζί του
και τ΄αποθέτει ευλαβικά
στ΄ απόβαθα της συμβολής,
κάτω από την κοχλάζουσα συνάφεια,
να τ΄αναλάβει Αλιάκμων ο Γραμμουστινός,
με άλλα φερτά μαζί
πολύδωρων χειμάρρων,
σιγά σιγά και παστρικά,
να τα οδηγήσει πέρα κι όσο γίνεται
σιμώτερα στ’ αλάτι του πελάγου,
να το λουστούν, ν΄ αστράψουνε ,
ίδια μαργαριτάρια,
τάματα από φάρες Πινδικές
ευχαριστήρια
στην γενναιοδωρία των πηγών.

 

 

 


P.I.G.S. 2

 

Στην πλατεία Marques de Pombal,*
οι τοκιστές υποβαθμίσαν τα Όνειρα.
Απαγορεύσαν τις αναπολήσεις.
Κομμένο το ξελόγιασμα των Οριζόντων.

Νέοι θαλασσοπόροι δείκτες υπερπόντιοι
χαράξαν πλόες ανελεύθερους, σε πόντους
τοξικούς από κουφάρια μακαρίων επενδυτών.

Στην πλατεία Marques de Pombal,
είδα τα εγγόνια του Malhoa,
μαντήλια κόκκινα στα μέτωπα, εκρήξεις εκτυφλωτικές,
παιδιά θαλασσοπόρων στεριανοί καταδρομείς,
συντρίμμια τ΄ ακροκέραμα της Αγοράς,
σημαίες ανεμίζοντας χιλιάδες,
στο χρώμα τους το αίμα πιο πολύ απ΄την ελπίδα
κι ανάμεσα – καρδιά -
μεγάλα γράμματα κατάμαυρα σαν ίσκιοι δήμιων,
Patriotic, σπλάχνο από Πατρίδα και Πατριωτική,
θυμός για τους Παρείσακτους και αύρα Περηφάνιας.

Στην Parnell Square,
οι τοκιστές ανατοκίσαν την Χαρά.

Ποινικοποίησαν τους θορυβώδεις έρωτες.

Βαφτίσανε τις έγνοιες λάθη και διατάξανε να μην αναγνωρίζονται
μετά την απομάκρυνση απ’ το ταμείο των αισθημάτων.

Δεσμώτης τίγρης Κελτικός πίσω απ’ τα σίδερα του Πύργου.

Στην Parnell Square,
είδα του Joyce τα εγγόνια,
μαντήλια πράσινα σφιχτά στα μπράτσα,
φωτιές παντού, ιαχές σαν αστραπές να σκίζουν την ομίχλη,
πολύχρωμα vitraux - σάρκες κατάσπαρτες στα πεζοδρόμια,
σημαίες κύματα αφρισμένα στη σειρά,
πράσινο κι άσπρο και πορτοκαλί αγκαλιά,
κατάκαρδα στο στέρνο με κατάμαυρη γραφή
Intifada, σμύρνα αραβική για την αφύπνιση και τον ξεσηκωμό,
το πρώτο άI σαν ιώτα με την δύναμη του Ίστημι και της Ιδέας
μαζί με οργή και πείσμα για την Ιδιοποίηση.

Στην Πλατεία Συντάγματος,
οι ξένοι κράχτες φυλακίσανε την Χάρη.
Στους φράχτες απλωμένο το Φιλότιμο, στεγνό.

Δείκτες αντιδικούν με την αξιοπρέπεια γερόντων.

Κελιά και μέτρα στη σειρά αναβαθμίζονται
για να δεχτούν τις προγραμματισμένες επισφάλειες.

Στην Πλατεία Συντάγματος
είδα τα εγγόνια του Σικελιανού,
γαλάζιοι κεφαλόδεσμοι φουντώνουν τα σγουρά μαλλιά,
παίδες, αγένειοι και άνδρες, στα Παναθήναια της οργής,
χιλιάδες δάδες αναμμένες, Προμηθείς
των νέων Δελφικών αναβιώσεων - ενώστε των λαών τα πάθη
μέσα σε μια φωτοστιβάδα πύρινη να ορμήσει, να ρουφήξει
όλους τους χρεοκοπημένους χθές, του σήμερα αφεντάδες –
σημαίες να αγκαλιάζουνε τον βράχο σαν άλλο Αιγαίο
γαλανόλευκες και κεί στη σμίξη του σταυρού σε μαύρο
Global, το - G – σαν έπαθλο για τα παιδιά της Γκιλοτίνας,
πόνος από Γκουλάγκ και Γκέτο, μα και τόλμη απ’ το Γκρεμίζω.

 

Στην Plaza Mayor,
οι ξένοι κράχτες προκαλούν την Υψηλοφροσύνη,
θερβαντικά χειρόγραφα στα κρεματόρια,
προσάναμμα των υψηλών ρυθμών της νέας αλληγορίας.

Τα σιντριβάνια στις αυλές σιγήσανε, δεν κελαρύζουν πια.
Μόλις προλάβανε να φύγουν οι Αχίτωνες.
Κόκκινο της φωτιάς ανάμεσα στα φρύδια,
εκεί που σμίγουν οι πληγές των αισθημάτων.

Στην Plaza Mayor,
είδα του Goya τα εγγόνια.
Ζητούν εκδίκηση παρίες και αλμογάβαροι,
ορμητικοί, με κίτρινα φακιόλια, άγρια κράνη καθρεφτίζουνε
τον πανικό στα μάτια των εχθρών τους, στα χέρια τους φωτιές,
ψηλά οι σημαίες σε κοντάρια σάρισες, ποτάμια κόκκινο το αίμα δυό
και ανάμεσα η σιγουριά του Ήλιου κίτρινη κι εκεί στη μέση
με το πηχτό και φωτεινό μαζί το μαύρο του Δομίνικου
Salvation, το - S – του Swap-oppression, αλλά και του
San Salvador, σαν Σίγμα από το Σάβανο μιας Εποχής,
το Σάλπισμα της νέας που γεννιέται με πολύχρονες ωδίνες,
Σοφία του Συλλογιέμαι, δύναμη του Συλλογικά και του Συντρίβω.

 

 

*( Marques de Pompal, Parnell Square και Plaza Mayor.
 Ιστορικές πλατείες, αντιστοίχως, της Λισαβόνας, του
Δουβλίνου και της Μαδρίτης, γνωστές και από τις μαζικές 
πολιτικές συγκεντρώσεις των τελευταίων ετών)

 


 


Κόλποι αλίκτυποι


Λέτε
πως κάποιες λέξεις δεν αρμόζουνε στην Ποίηση,
πως θέλουνε στεφάνωμα με λούλουδα του δάσους,
προτού δεθούν με προσοχή στον στίχο.

Λέξεις απόκληρες ορίζετε και λέξεις παστρικές.

Μα όταν στερείς σε μια λεξούλα τόση δα
την θέση της στην Ποίηση είναι
σα να στερείς το μητρικό στο γεννητάρι γάλα.

Θαρρώ τα λόγια δεν χρειάζονται στεφάνωμα.
Αστόλιστα μοσχοβολούν την πρώτη σύλληψη,
τις καθαρές ανάσες της σπηλιάς.

Λεξούλες αφτιασίδωτες,
παρθένες φοβισμένες στις γωνιές,
πασχίζουν νά ΄βρουνε τον πρώτο έρωτα
να τις ελευθερώσει
από την μούχλα της καλής ανατροφής.

Γύρω παντού απέριττα νοήματα ωδίνουν
- κόλποι αλίκτυποι –
να στήσουνε μικρές απλές εναρμονίσεις.

Καλές οι φιλολογικές βραδυές
για τις αραδιασμένες γύρω γύρω εκζητήσεις,
εμένα αφείστε με να λαχταρώ των οριζόντων το παιχνίδι
-όσο θαρρείς τους πλησιάζεις τόσο ν΄απομακρύνονται -
το ασημένιο αλέτρι να οργώνει πληκτικά πεδία,
εκεί που οι λέξεις – σπόροι βλαστεροί -
φουντώνουν άργη ακύμαντα .

Τα λόγια δεν χρειάζονται στεφάνωμα,
μόνον οι ποιητές όταν τα σπλάχνα τους πεθάνουν.

 


 


Ωδή στην Αυγούστα Θεοδώρα

Ποιος άραγε να συνετίσει τους φαυλόβιους οπαδούς,
ποιος ικανός να καταβάλει τον εθισμό στην Ευκολία,
ν’ αναστατώσει την ισορροπία της συνενοχής,
τα νέα γούστα τα λεπτά της Πελατείας,
την εξουσία των Πράσινων και Βένετων στο Ιπποδρόμιο;

Φυλακισμένη, χρόνια τώρα, η Ντροπή
δεν πρόσεξε την προθεσμιακή, την δάνεια Ευδαιμονία,
ούτε και την μεθοδική Αποκαθήλωση
των ιερών εικόνων, των παλαιών αναθημάτων.

Κι εσύ, Αυγούστα, δίσεκτο χρόνο βρήκες να φανείς,
αγάλματα πολύτροπων δημαγωγών δεν θα’ βρεις πια,
γκρεμίστηκαν μαζί με συναφή προσχήματα,
ούτε π’ απόμειναν κουστωδίες noblesse de robe
να σε καλωσορίσουν στην μεγάλη πύλη,
οι Ρούσσοι κι οι Λευκοί να επευφημούν στα πεζοδρόμια.

Καλά μεσουρανούσες κάποτε,
απ’ την πρωτεύουσα φρυκτορία της Δόμνας
ως τις παραθαλάσσιες του Ντοντουρμά επάλξεις ,
αρχόντισσα στην επικράτεια των ευγενών προσδοκιών,
τι να την κάνεις τόση δα μακροζωία και πρόκαμες και γύρισες
εδώ ξανά, στις αμμουδιές των φαύλων, ανήμερα της Αποκάλυψης,
να μαρτυρήσεις την κατάληψη των κάστρων,
την ατιμωτική των ευγενών παράδοση,
την συντριβή των φίλιων στρατευμάτων.

Μάντεψες μήπως πως, παρά τον χαλασμό, θα μείνω ορθός ;
Πως τούτη τη φορά δεν θα σ’ αφήσω να χαθείς,
θα σε σφιχταγκαλιάσω μ’ όση δύναμη διέφυγε της προσοχής
των δανειστών και θα σε κρύψω μέσα σε κισσούς ελπιδοφόρους,
ν’ ανέβουμε ψηλά, στα μέρη των χρυσαετών,
εκεί που λοιδορούνται οι ουρανοί,
μήπως κι αλλάξουν γνώμη οι μελλούμενοι καιροί,
μήπως και ξορκιστούν τα ενδεχόμενα,
κι αξιωθείς ν’ αναστηλώσεις πάλι την Ντροπή,
να ζήσει ο τόπος σου χωρίς Επιτροπείες.

 

 

 


Απόλυση


Δι ευχών
της Αθερίνας, της Αλκυόνης, της Αγριάδας
και όλων των ταπεινών Αγίων ημών,

Κύριε,
η Αγάπη του Σύμπαντος Κόσμου,
της ζωής μου της έρμης αφανέρωτη αγάπη,

Ελέησον και σώσον ημάς ,
το νεράκι στις μήτρες του γρανίτη
και στα πέλαγα των ελαιώνων,
το χώμα να δένει στη σειρά τις λεύκες
και τις προσευχές των ανθρώπων,
τους αγέρηδες που γυρίζουν τους τροχούς των θαυμάτων
και φουσκώνουν τις θάλασσες να σκάνε
πάνω σε φιλόξενες καινούργιες πατρίδες,
τα παιδιά της φωτιάς,
τα παιδιά της φωτιάς,
τους νέους αχθοφόρους του Φωτός,
ανιχνευτές παρθενικών εφόδων
στα όνειρα της Άνοιξης, στους θρήνους του Χειμώνα,
και τους άλλους,
και τους άλλους.